καλλωπίστρια
καλλωπ-ίστρια, ἡ, fem. of καλλωπιστής, Muson. Fr. 3 p.10 H., Plu. Coniug. 2.140c.
καλλωπίστρια, ας, adj. f. élégante, coquette, Plut. M. 140b.
Étym. καλλωπίζω.
καλλωπίστρια, ἡ, fem. zu καλλωπιστής, die auf Putz bedacht ist, Plut. conj. praec. p. 415.