Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλοβάστακτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλλονή
καλλοποιός
κάλλος
καλλοσύνα
καλλοσύνη
καλλόσυνος
καλλόφυλλος
κάλλυνθρον
Καλλυντήρια
καλλυντήριος
καλλυντής
κάλλυντρον
καλλύνω
κάλλυσμα
Καλλώ
κάλλωμα
Κάλλων
καλλωπίζω
καλλώπισμα
καλλωπισμός
καλλωπιστεία
καλλωπιστέος
καλλωπιστής
καλλωπιστικός
καλλωπίστρια
καλλωσόν
καλοαγόραστος
καλόβαθρον
καλοβάμων
καλοβασία
καλοβάστακτος
καλοβατέω
καλοβάτης
καλόβιος
καλοβουλία
καλογένειος
καλόγηρος
καλόγηρυς
καλόγηρως
καλόγλωσσος
καλογνώμων
καλοδιδάσκαλος
καλοειδής
καλοείμων
καλοέργαστος
καλοέργατις
καλοεργέτις
καλοεργός
καλοετής
καλοήθεια
καλοήθης
καλοθέλεια
καλοθελής
καλόθριξ
Καλοὶ Λιμένες
καλόϊς
καλοιώνιστος
καλοκἀγαθέω
καλοκἀγαθία
καλοκἀγαθικός
καλοκἀγαθικῶς
…
καλοβάστακτος
Save
Pape
καλοβάστακτος
,
schön zu tragen, Schol. Aesch. Spt
. 544.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}