καννεύσας
καννεύσας, v. κατανεύω.
καννεύσας, ep. = κατανεύσας, Od. 15.464.
καννεύσας
contr. aor. pple. κατανεύω.
καννεύσας : see κατανεύω.
contr. aor. pple. κατανεύω.