κατάπλυμα Save Bailly 2024 Pape κατάπλυμα, ατος (τὸ) [ῠ] lavage, Syn. Febr. p. 234, au plur. Étym. καταπλύνω. κατάπλυμα, τό, das Abspülen, Abwaschen, Synes.