καταίσιος
καταίσιος, all righteous
καταίσιος, ον,
- = αἴσιος, righteous, ἔργον οὐ κ. A. Ag. 1598, cf. Cerc. 18.36, Hsch.
κατ·αίσιος, ος, ον, qui achève régulièrement sa destinée, d’où juste, régulier, convenable, Eschl. Ag. 1598.
Étym. κ. αἴσιος.
καταίσιος, = αἴσιος, ἐπιγνοὺς ἔργον οὐ καταίσιον ᾤμωξεν Aesch. Ag. 1580.
καταίσιος
κατ-αίσιος, ον
- all righteous, Aesch.