καταβιβαστέος
καταβιβαστέος, to be brought down
καταβῐβ-αστέος, α, ον,
- to be brought down, Pl. R. 539e.
καταβιβαστέος, α, ον [ῐ] vb. du préc. Plat. Rsp. 539e.
καταβιβαστέος
from καταβῐβάζω
κᾰταβῐβαστέος, α, ον
verbal adj. of καταβιβάζω
- to be brought down, Plat.