καταβατός
καταβατός, descending, steep
καταβᾰτ-ός, ή, όν,
- descending, steep, ὁδός Sch. A.R. 2.353, cf. Porph. Antr. 23; v. καταιβατός.
- II καταβατόν, τό, = σελίς, Hdn. Epim. 2, 122, cf. Hsch. s.v. σελίς.
καταβατός, herabgehend, abschüssig, Sp.