καταμόνας
καταμόνας, alone (μόνος Β ΙΙΙ)
καταμόνᾱς, Adv.
- alone, apart, better divisim κατὰ μόνας, v. μόνος B.III.
κατα·μόνας, adv. ou mieux κατὰ μόνας, v. μόνος.
Strong 2651
Rec. for κατὰ μόνας, v.s.
καταμόνας
- better divisim κατὰ μόνας, v. μόνος.