About Report a problem

Menu

καταπαλαίω

καταπαλαίω, to throw in wrestling

καταπᾰλαίω,
  • throw in wrestling, Εὐάθλους δέκα Ar. Ach. 710: metaph., overthrow, λόγοι -παλαίουσιν λόγους E. IA 1013; τὰ ῥηθέντα Pl. R. 362d; κ. πάθος λόγῳ S.E. M. 8.475:—Pass., καταπαλαισθεὶς ὑπὸ τοῦ Θανάτου Luc. Cont. 8.

Saved

Recent