καταστείχω
καταστείχω, aor. 2 -έστῐχον,
- = κατέρχομαι, AP 9.298 (Antiphil.); return from exile, IG 2(2).1113.12.
κατα·στείχω (ao. 2 κατέστιχον [ῐ]) revenir, Anth. 9, 298 ; Nonn. Jo. 4, 230.
καταστείχω, zurückkehren ; εἰς ἄστυ κατέστιχον Antiphil. 33 (IX.298); τινός, Nonn. Par. 4.230.
καταστείχω
fut. ξω
= κατέρχομαι, Anth.