καταστενάζω
καταστενάζω, sigh, mourn
καταστεν-άζω,
- sigh, mourn, LXX Ex. 2.23, al.:—Pass., δυστυχεῖς καὶ κατεστεναγμέναι τῶν ἐραστῶν χάριτες Alciphr. 1.36.
κατα·στενάζω, gémir sur, d’où au pass. être pleuré, déploré, Alciphr. 3, 36, 2.
καταστενάζω, (στενάζω), = καταστένω, Alciphr. 3.36 u. a.Sp.