κλωσμός Save LSJ Bailly 2024 Pape κλωσ-μός, ὁ, v. κλωγμός. κλωσμός, οῦ (ὁ) gloussement, Plut. M. 129. Étym. cf. κλωγμός. κλωσμός, ὁ, = κλωγμός ; ἀλεκτορίδων Plut. san. tuenda p. 388.