κνάπτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape κνάπτωρ or γνάπτωρ, ορος, ὁ, poet. for κναφεύς, Man. 4.422. *κνάπτωρ, réc. γνάπτωρ, ορος (ὁ) c. κναφεύς, Man. 4, 422. κνάπτωρ, ορος, ὁ, od. γνάπτωρ, Maneth. 4.421, = κναφεύς.