κλωστός
κλωστός, spun
κλωσ-τός, ή, όν,
- spun, λίνον Aen.Tact. 18.14, cf. κλωστήρ II; κόκκινον LXX Le. 14.6; βύσσος J. AJ 3.7.1; κρόκη Plu. Sol. 12.
- 2 metaph., of fate, μοῖραι κλωστὸν ἔθεντο μίτον IG 3.1344.
κλωστός, ή, όν, filé, tordu, Eur. Tr. 537 ; Jos. A.J. 3, 7, 1.
Étym. vb. de κλώθω.