κναφαλώδης
κναφαλώδης, like wool torn off in carding or fulling cloth, flock
κνᾰφᾰλώδης or γνᾰφ-, ες,
- like κνέφαλλον, φύλλα Dsc. 3.32, cf. Alex.Trall. 1.15.
κναφαλώδης, réc. γναφαλώδης, ης, ες [ᾰᾰ] moelleux comme la laine, Diosc. 3, 37 (γν-) ; A. Tr. 1, p. 27 (κν-).
Étym. κνάφαλον, -ωδης.
κναφαλώδης, ες, woll-, flockenartig, Diosc. u. a.Sp.