Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολλάριον
κολλάριον, collarium
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολάφισμα
κολαφισμός
κολαφιστικῶς
κόλαφος
κόλαψ
κολέα
κολεάζω
κολεασμός
κολεκάνος
κολεκτρυών
Κολένδα
κολεόν
κολεόπτερος
κολεός
κολεοφόροι
κόλερος
κολερός
κολετράω
κολέω
κοληβάζω
Κολιάδαι
κολίανδρον
κολίας
κολίδιον
κόλιξ
κολιός
κόλλα
κολλαβίζω
κολλαβισμός
κόλλαβος
κολλάριον
Κολλατία
Κολλατῖνος
κολλάω
κολλεψός
κολλήγας
κολλήγιον
κολλήεις
κόλλημα
κολλήσιμος
κόλλησις
κολλητέον
κολλητήρ
κολλητήριον
κολλητήριος
κολλητής
Κολλητής
κολλητικός
κολλητίωνες
κολλητός
κόλλητρα
κολλίζω
κολλίκιον
κολλίκιος
κολλικοφάγος
Κολλίνα πύλη
κόλλιξ
κολλιστής
κολλοβάλοισι
κολλοβός
κολλομελέω
…
κολλάριον
Save
κολλάριον, collarium
LSJ
κολλάριον,
= Lat.
collarium,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}