Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολοκύντινος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολοβωτής
Κολόη
κολοιάρχης
κολοίαρχος
κολοιάω
κολοίδιον
κολοίδορον
κολοιή
κολοιός
κολοιτέα
κολοιτία
κολοίφρυξ
κολοιώδης
κολοκάνος
κολοκασία
κολοκάσιον
κολοκορδόκαλα
κολοκορδόκολα
κολοκτρυών
κολόκυμα
κολόκυνθα
κολοκύνθη
κολοκυνθιάς
κολοκύνθινος
κολοκυνθίς
κολοκυνθοπειρατής
κολόκυνθος
κολοκυνθών
κολόκυντα
κολοκύντη
κολοκύντινος
κολοκύντιον
κολόκυντος
κολοκώνας
κόλον
κόλος
Κολοσσαεύς
Κολοσσαί
Κολοσσηνός
κολοσσηνός
κολοσσιαῖος
κολοσσικός
κολοσσοβάμων
κολοσσοποιός
κολοσσοπόνος
κολοσσός
κολοσσουργία
κολοσυρτέω
κολοσυρτός
κολούλια
Κόλουνδα
κολουραῖος
κολουρία
κόλουρις
κολουρῖτις
κολουροειδῶς
κολουρόκωνος
κολουροπυραμίς
κόλουρος
κολούρωσις
κόλουσις
…
κολοκύντινος
Save
LSJ
κολοκύντ-ινος, v.
κολοκύνθινος
. -ος, ὁ,
= κολόκυνθος,
AP
9.532.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}