κολούρωσις
κολούρ-ωσις, εως, ἡ,
- = κολόβωσις I, Iamb. Protr. 21.κζ.
κολούρωσις, εως (ἡ) action de tronquer, de mutiler, Jambl. Protr. p. 368.
Étym. κόλουρος.
κολούρωσις, ἡ, die Verstümmelung, Iambl., = κόλουσις.