Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοπροσύνη
κοπροσύνη, manuring
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοπριαίρετος
κοπριακός
κοπρίας
κοπρίζω
κοπριήμετος
κοπρικός
κόπρινος
κόπριον
κόπριος
Κόπριος
κόπρισις
κοπρισμός
κοπριώδης
κοπριών
κοπροβολεῖον
κοπροβόλος
κοπρογενής
κοπροδοχεῖον
κοπροδόχος
κοπροθέσιον
κοπροθήκη
κοπρολογέω
κοπρολόγος
κοπρομόχθος
κόπρον
κοπροξύστης
κοπροποιέω
κοπροποιός
κόπρος
κοπρόστομος
κοπροσύνη
κοπροσύρα
κοπροσύρη
κοπροφαγέω
κοπροφάγος
κοπροφορά
κοπροφορέω
κοπροφόρος
κοπρόφυρτος
κοπρόω
κοπρώδης
κοπρών
κοπρώνης
κοπρώνυμος
κόπρωσις
κοπτάριον
κοπτέον
κοπτή
κόπτη
κοπτήριον
κοπτικός
Κοπτίτης
κοπτόν
κοπτοπλακοῦς
κοπτόραν
κοπτός
Κοπτός
κοπτούρα
κοπτουργία
κόπτρα
κόπτω
…
κοπροσύνη
Save
κοπροσύνη, manuring
LSJ
κοπροσύνη, ἡ,
manuring,
PSI
4.296.18 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}