Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κτίστρια
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κτητός
κτήτωρ
κτίδεος
κτίζω
κτιλεύω
κτιλίς
κτίλος
κτιλόω
Κτιμένη
κτίμενος
Κτίμενος
κτίν
κτινν
κτίννυμι
κτιννύω
κτίνυμι
κτίς
κτίσις
κτίσμα
κτισματολατρεία
κτισματολατρέω
κτισματολάτρης
κτισμός
κτίσσε
κτιστεῖον
κτιστήρ
κτίστης
κτιστής
κτιστικός
κτιστός
κτίστρια
κτιστύς
κτίστωρ
κτίτερ
κτιτήρ
κτίτης
κτίτωρ
κτίω
κτοίνα
κτοινάτης
κτόνος
κτυπέω
κτύπημα
κτυπητής
κτυπία
κτύπος
κτυπώδης
κτῶ
κυάθειον
κυαθιαῖος
κυαθίζω
κυάθιον
κυαθίς
κυαθίσκος
κύαθος
Κύαθος
κυαθότης
κυαθώδης
κυαίνω
κυάμειος
κυαμευτής
…
κτίστρια
Save
LSJ
κτίσ-τρια, ας, ἡ,
fem. of κτίστης 1,
IGRom.
3.802 (Syllium).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}