Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυβιστέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυβεύω
κυβεών
κύβη
κυβηβάω
Κυβήβη
κύβηβος
Κυβήλη
κυβηλίζω
κυβηλικός
κύβηλις
Κυβηλίς
Κυβηλιστής
κυβηλιστής
κύβηνα
κυβήριον
κύβης
κυβησίνδα
κύβησις
κυβία
κυβιάριον
κυβίζω
κυβικός
κυβικῶς
κύβιον
κυβιοσάκτης
Κύβισθος
κυβισίς
κύβισις
κυβισμός
κυβιστάω
κυβιστέω
κυβίστημα
κυβιστής
κυβίστησις
κυβιστητεία
κυβιστητήρ
κυβιστητία
κυβιστιάω
κυβιστίνδα
Κύβιστρα
κυβιτίζω
κύβιτον
κυβοειδής
κυβόκυβος
κυβοκυβοστός
κύβος
κυβοστόν
κυβοστός
κύβωλον
κυγχνίδα
κύγχραμος
κυδάγχας
κυδάγχη
κυδάγχω
κυδάζω
Κυδαθηναιεύς
κυδαίνω
κυδάλιμος
Κυδαντίδαι
κυδάνω
κύδαρ
…
κυβιστέω
Save
Pape
κυβιστέω
, = κυβιστάω ; ὑπὲρ πόντοιο κυβίστεον ἀσπαλιῆες Opp.
Cyn
. 4.263.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}