Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κυβηλιστής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυβερνήτειρα
κυβερνητέον
κυβερνητήρ
κυβερνητήριος
κυβερνήτης
κυβερνητικός
κυβερνητικῶς
κυβερνῆτις
κυβέρνιον
Κυβερνίσκος
κυβερνισμός
κύβερνος
κυβέρτιον
κύβετρον
κύβευμα
κυβευτήριον
κυβευτής
κυβευτικός
κυβεύτρια
κυβεύω
κυβεών
κύβη
κυβηβάω
Κυβήβη
κύβηβος
Κυβήλη
κυβηλίζω
κυβηλικός
κύβηλις
Κυβηλίς
Κυβηλιστής
κυβηλιστής
κύβηνα
κυβήριον
κύβης
κυβησίνδα
κύβησις
κυβία
κυβιάριον
κυβίζω
κυβικός
κυβικῶς
κύβιον
κυβιοσάκτης
Κύβισθος
κυβισίς
κύβισις
κυβισμός
κυβιστάω
κυβιστέω
κυβίστημα
κυβιστής
κυβίστησις
κυβιστητεία
κυβιστητήρ
κυβιστητία
κυβιστιάω
κυβιστίνδα
Κύβιστρα
κυβιτίζω
κύβιτον
…
Κυβηλιστής
Save
LSJ
Κῠβηλιστής, οῦ, ὁ,
= ἀγερσικύβηλις,
Cratin.
62.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}