κυνόδων Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠνόδων, οντος, ὁ, v. κυνόδους. κυν·όδων, οντος [ῠ] adj. m. c. κυνόδους, Epich. (Ath. 411b). κυνόδων, = κυνόδους, Epicharm. a.a.O.