κωθωνιστής
κωθωνιστής, toper
κωθων-ιστής, οῦ, ὁ,
- toper, Ath. 10.433b.
κωθωνιστής, οῦ (ὁ) grand buveur, Ath. 433b.
Étym. κωθωνίζομαι.
κωθωνιστής, ὁ, der Zecher, v.l. Ath. X.433b für φιλοκωθωνιστής.
κωθωνιστής, toper