Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κώεα
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωβιώδης
κωβίων
κῳδάριον
κωδάριον
κωδᾶς
κώδεα
κώδεια
κώδη
κωδία
κωδικίλλος
κῶδιξ
κῴδιο
κώδιο
κῴδιον
κώδιον
κῳδιοφόρος
κωδιοφόρος
κωδίς
κωδύα
κώδυια
κώδυον
κώδων
κωδωναῖα
Κωδώνη
κωδωνίζω
κωδώνιον
κωδωνόκροτος
κωδωνοφαλαρόπωλος
κωδωνοφορέω
κωδωνοφόρος
κώεα
Κώης
κῶθα
κωθάριον
κῶθος
κωθύλους
κώθων
κωθωνία
κωθωνίζομαι
κωθωνίζω
κωθώνιον
κωθωνισμός
κωθωνιστήριον
κωθωνιστής
κωθωνοειδής
κωθωνοπλύται
κωθωνοπλύτης
κωθωνοποιός
κωθωνόχειλος
κώϊον
Κώϊος
κωκάλια
κώκαλον
κώκυμα
Κωκυτίς
κωκυτίς
κωκυτός
Κώκυτος
Κωκυτός
κωκύω
κωκωτή
…
κώεα
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
κώεα,
pl. de
κῶας
.
κώεα, κώεσι
plur.-vormen
van
κῶας.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}