Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωκωτή
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κώεα
Κώης
κῶθα
κωθάριον
κῶθος
κωθύλους
κώθων
κωθωνία
κωθωνίζομαι
κωθωνίζω
κωθώνιον
κωθωνισμός
κωθωνιστήριον
κωθωνιστής
κωθωνοειδής
κωθωνοπλύται
κωθωνοπλύτης
κωθωνοποιός
κωθωνόχειλος
κώϊον
Κώϊος
κωκάλια
κώκαλον
κώκυμα
Κωκυτίς
κωκυτίς
κωκυτός
Κώκυτος
Κωκυτός
κωκύω
κωκωτή
κωλαβοί
κωλαβρίζω
Κωλαῖος
κωλακρετέω
κωλακρέτης
κωλανιζόμενοι
κωλάριον
κωλέα
κώλειρ
κωλεός
κωλετίναις
κωλῆ
κωλήβη
κωλήν
κωληνάριον
κώληξ
κωλήπιον
κωλήφιον
κώληψ
κωλία
κωλίαν
Κωλιάς
κωλίζω
κωλικεύομαι
κωλικός
κωλικῶς
κωλοβαθριστής
κωλόβαθρον
κωλοειδής
κωλοειδῶς
…
κωκωτή
Save
Pape
κωκωτή
, ἡ,
v.l.
für κοκκωτή, Strat. 3 (XII.3).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}