Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λάκω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λακκώδης
Λάκμων
Λακμώνιος
λακοπεῖν
λακόπυγος
λάκος
Λάκος
λακπατέω
λακπάτητος
λάκρα
Λακράτης
Λακρατίδης
Λακρίνης
Λάκριτος
λακταία
λακτία
λακτίζω
λακτική
λακτικός
λάκτιμα
λάκτις
λάκτισμα
λακτισμός
λακτίσσω
λακτιστής
λακτιστικός
Λακτοῦκας
Λακύδης
λάκυθος
λακχά
λάκω
Λάκων
λακών
λακωνάριος
Λακωνίζω
λακωνίζω
Λακωνικός
λακωνικῶς
Λακώνιον
Λακωνίς
Λακωνισμός
λακωνισμός
Λακωνιστής
λακωνιστής
Λακωνομανέω
λακωνομανέω
Λακωνόσημος
λάλ
λάλαβις
λαλάγγη
λαλαγέω
λαλαγή
λαλάγημα
λαλαγητής
λαλάζω
λάλαξ
λαλαχεύομαι
λαλέω
λάλη
λάληθρος
λάλημα
…
λάκω
Save
Bailly 2024
λάκω,
λακών
,
sbj. et part. ao. 2 de
λάσκω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}