λαλέω
λαλέω, to talk, chat, prattle, babble
- talk, chat, prattle, ἕπου καὶ μὴ λάλει Ar. Ec. 1058, cf. V. 1135; ἡ μὲν χελιδὼν τὸ θέρος . . λαλεῖ Philem. 208; λαλεῖς . . ἀμελήσας ἀποκρίνασθαι Pl. Euthd. 287d: c. dat., talk to one, λαλῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς σεαυτῷ Ar. Eq. 348; αὑτοῖς Philem. 11; πρὸς αὑτούς Alex. 9.10; λ. περί τινος Pherecr. 2, Ar. Lys. 627; ὑπέρ τινος Posidipp. 26.3; opp. λέγω, λαλεῖν ἄριστος, ἀδυνατώτατος λέγειν Eup. 95; λαλῶν μὲν . ., λέγων δέ . . D. 21.118 (s.v.l.); λαλεῖν τι ἡμῖν ὅπως ἂν ἡμᾶς ὕπνος λάβῃ Thphr. Char. 7.10: hence,
- b generally, talk, speak, S. Ph. 110 (v.l.for λακεῖν) ; καινὴν διάλεκτον λ. Antiph. 171; Ἀττικιστὶ λ. Alex. 195.4. c. metaph., ζωγραφία λαλοῦσα (of poetry), opp. ποίησις σιωπῶσα (of painting), Simon. ap. Plu. Glor.Ath. 2.346f.
- 2 talk of, τινα Alciphr. Fr. 5.2; ἀλλήλαις λαλέουσι τεὸν γάμον αἱ κυπάρισσοι Theoc. 27.58; ἅμαξαν Stoic. 2.92:—Pass., πρᾶγμα κατʼ ἀγορὰν λαλούμενον Ar. Th. 578.
- 3 in later writers, = λέγω, speak, λαλεῖ οὐθὲν τῶν ἄλλων ζῴων πλὴν ἀνθρώπου Arist. Pr. 899a1: freq. in LXX, Ge. 12.4, al.; βασιλέως ἐναντίον Ezek. Exag. 118; πρός τινα Act.Ap. 3.22, cf. Luc. Vit.Auct. 3, etc.; περὶ τῆς λέξεως Phld. Po. 5.32, cf. Rh. 1.189 S., al.; χειρσὶν ἅπαντα λαλήσας, of a pantomime, IG 14.2124: abs., εἴ τι μὴ λίθος, τοὔργον, ἐρεῖς, λαλήσει Herod. 4.33, cf. 6.61; ἐλάλησεν ὁ κωφός Ev.Matt. 9.33:—Pass., λαληθήσεταί σοι ὅ τι σε δεῖ ποιεῖν it shall be told thee . ., Act.Ap. 9.6.
- II chatter, opp. articulate speech, as of locusts, chirp, Theoc. 5.34; μεσημβρίας λαλεῖν τέττιξ (sc. εἰμί), a very grasshopper to chirp at midday, Aristopho 10.6; ἀνθρωπίνως λ. Strato Com. 1.46.
- III of musical sounds, αὐλῷ λαλέω Theoc. 20.29; of trees, v. supr. I.2; διʼ[αὐλοῦ ἢ σάλπιγγος] λ. Arist. Aud. 801a29; of Echo, D.C. 74.14: also c. acc. cogn., μάγαδιν λαλεῖν sound the μάγαδις, Anaxandr. 35.
❶ act.
🄰 to babble, chatter, speak Aristoph. Ec. 1058, al. etc.; λαλεῖν ἄριστος, ἀδυνατώτατος λέγειν an excellent chatterbox, but a terrible orator Eup. 116; λαλεῖς ἀμελήσας ἀποκρίνασθαι you babble but fail to answer Plat. Euthyd. 287d λ. τινι to speak with s.o. Aristoph. Eq. 348 Men. Asp. 421 etc.; πορευόμενος μὴ λ. τοῖς ἐντυγχάνουσι do not speak with those you encounter on your way Thphr. Ch. 24.8 λ. περί or ὑπέρ τινος to speak about sthg. Aristoph. Lys. 627 Men. Dysc. 797 etc. ‖ usu. later to say, speak sim. to
🄱 to emit inarticulate sounds, of animals Aristot. H.A. 488b 1, al. Plut. Plac. 909a etc. | to sing, chirp, of birds Mosch. 3.47 etc. | to shrill, trill, of cicadas, crickets etc. Theocr. 5.34 etc. ‖ to play an instrum.:
❷ pass.
🄰 to be on everyoneʼs lips Aristoph. Th. 578 (news)
🄱 to be said NT Acts 9.6; impers. λαληθήσεται πρός σε one will talk to you VT Ezek. 3.22; subst. ptc. τὰ λαληθησόμενα the things that will have been said NT Heb. 3.5 ‖ to be proclaimed, of the Commandments NT Heb. 9.19.
1. kletsen, babbelen:
2. later spreken, zeggen:
Bei den Dichtern auch wie λαλαγέω, von den Vögeln, Mosch. 3.47 ; ἀκρίδες, Theocr. 5.34 (λαλεῦμες, 15.92, öfter, nur im praes.). – Von Instrumenten, μάγαδιν λαλήσω, Anaxandr. bei Ath. IV.182d ; αὐλῷ Theocr. 20.29 ; geradezu = singen, Mosch. 3.113. – Vom Wiederhall, DC. 74.21.
Strong 2980
1. to utter: of inanimate things, Re 4:1 10:4; metaph., He 11:4 12:24.
2. to talk, speak, say: absol., Mt 9:33 12:46, Mk 5:35, Lk 8:49; seq. ὡς, I Co 13:11, Re 13:11; εἰς, I Co 14:9; ἐκ, Mt 12:34; c. acc. rei, Mt 10:19, Mk 11:32, Jo 8:30, al.; c. dat. pers., Mt 12:46, Lk 24:6, Ro 7:1, al.; c. acc. rei et dat. pers., Mt 9:18, Jo 10:6, al.; c. prep., πρός, μετά, περί, Mk 6:50, Lk 1:19 2:33, al.; ἐν, ἐξ, ἀπό, Mt 13:3, Jo 12:49 14:10, al.; λ. τ. λόγον, Mk 8:32, al.; seq. orat. dir. (not cl.), Mk 14:31, He 5:5 11:18; Hebraistically (Dalman, Words, 25 f.), ἐλάλησε λέγων, Mt 14:27, Jo 8:12, Ac 8:26, al.
(τὸν ἔσχατον ψωμὸν) εἴπας διαμάσ[η]σαι καὶ πίε ἐπάνω οἶνον καὶ κοιμῶ μηδενὶ λαλήσας
después de hablar mastica el último bocado, bebe vino encima y vete a dormir sin hablar a nadie
ἐὰν θέλῃς χρηματισθῆναι περὶ οὗτινος θέλεις πράγματος, λέγε [τοῦ]τον <τὸν> λόγον θυμῷ, μηδὲν λαλήσας
si quieres recibir un oráculo sobre cualquier asunto que desees, pronuncia esta fórmula en tu mente, sin hablar
- Ito talk, chat, prattle, babble, Ar., etc.:—generally, to talk, say, Soph.
- 2c. acc. to talk of, Theocr.
- 3in late Gr., just like λέγω, to speak, NTest., Thuc.:—Pass., λαληθήσεταί σοι it shall be told thee, NTest.
- IIthe proper sense, to chatter, is sometimes opp. to articulate speech, as of monkeys, λαλοῦσι μὲν φράζουσι δὲ οὔ Plut.; of locusts, to chirp, Theocr.
- IIIof musical sounds, αὐλῶι λαλεῖν Theocr.
-
…ἄν οἱ δʼ ἐσίγων. ἐγὼ δʼ ἔχαιρον τῇ σιωπῇ, καί με τοῦτʼ ἔτερπεν οὐχ ἧττον ἢ νῦν οἱ λαλοῦντες. ἠλίθιος γὰρ ἦσθα, σάφʼ ἴσθι. κἀμαυτῷ δοκῶ. τί δὲ ταῦτʼ ἔδρασʼ ὁ δεῖνα ; ὑπʼ ἀλαζονείας…
Aristophanes, Frogs
-
…ἐπʼ ἀγαθῷ δὲ τοῖς ἑαυτοῦ ξυγγενέσι τε καὶ φίλοισι, διὰ τὸ συνετὸς εἶναι. χαρίεν οὖν μὴ Σωκράτει παρακαθήμενον λαλεῖν, ἀποβαλόντα μουσικὴν τά τε μέγιστα παραλιπόντα τῆς τραγῳδικῆς τέχνης. τὸ δʼ ἐπὶ σεμνοῖσιν λόγοισι καὶ σκαριφησμοῖσι λήρων διατριβὴν…
Aristophanes, Frogs
-
…τί δὲ πολλὰ πράττων ; ὡς μὰ Δίʼ οὐδὲν οἶδʼ ἐγώ. ὁμόγνιε Ζεῦ · καὶ παρακούων δεσποτῶν ἅττʼ ἂν λαλῶσι ; μἀλλὰ πλεῖν ἢ μαίνομαι. τί δὲ τοῖς θύραζε ταῦτα καταλαλῶν ; ἐγώ ; μὰ Δίʼ ἀλλʼ ὅταν δρῶ…
Aristophanes, Frogs
-
…καλέσω ; πρυτάνεις καλέσω ; σί κακόν ; σί κακόν ; πῶτε τὸ πωνή ; πῶτε τὸ πωνή ; σὺ λαλῖς ; σὺ λαλῖς ; κλαύσει. κλαύσει. κακκάσκι μοι ; κακκάσκι μοι ; μὰ Δίʼ ἀλλὰ γυνὴ πλησίον αὕτη…
Aristophanes, Thesmophoriazusae
-
…ἔδρων. τοῦτο μὲν ἔασον ὦ τᾶν. οὐ σοὶ γάρ ἐστι περίπατος κάλλιστα περί γε τούτου. ἔπειτα τουτουσὶ λαλεῖν ἐδίδαξα φημὶ κἀγώ. ὡς πρὶν διδάξαι γʼ ὤφελες μέσος διαρραγῆναι. λεπτῶν τε κανόνων ἐσβολὰς ἐπῶν τε γωνιασμούς ,…
Aristophanes, Frogs
-
…κακόν ; ληρεῖς. ληρεῖς. οἴμωζʼ. οἴμωζʼ. ὀτότυζʼ. ὀτότυζʼ. οὖτος σί λαλῖς ; οὖτος σί λαλῖς ; πρυτάνεις καλέσω ; πρυτάνεις καλέσω ; σί κακόν ; σί κακόν ; πῶτε τὸ πωνή ; πῶτε τὸ πωνή…
Aristophanes, Thesmophoriazusae
-
…πρῶτον ἀναστήσας ὁ θεὸς τὸν παῖδα αὐτοῦ ἀπέστειλεν αὐτὸν εὐλογοῦντα ὑμᾶς ἐν τῷ ἀποστρέφειν ἕκαστον ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν. Λαλούντων δὲ αὐτῶν πρὸς τὸν λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι, διαπονούμενοι…
NA, New Testament
-
…ὅτε δεῖ ἀποκρίνασθαι καὶ ὅτε μή ; καὶ νῦν οὐδʼ ἂν ὁτιοῦν ἀποκρίνῃ, ἅτε γιγνώσκων ὅτι οὐ δεῖ ; λαλεῖς, ἔφη, ἀμελήσας ἀποκρίνασθαι · ἀλλʼ, ὠγαθέ, πείθου καὶ ἀποκρίνου, ἐπειδὴ καὶ ὁμολογεῖς με σοφὸν εἶναι…
Plato, Euthydemus
-
…τὸν ἄγγελον ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ σταθέντα καὶ εἰπόντα Ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην καὶ μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ἐπικαλούμενον Πέτρον, ὃς λαλήσει ῥήματα πρὸς δὲ ἐν οἷς σωθήσῃ σὺ καὶ πᾶς ὁ οἶκός σου. ἐν δὲ τῷ ἄρξασθαί με λαλεῖν ἐπέπεσεν…
NA, New Testament
-
…ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συνβιβάσει αὐτόν ; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν. Κἀγώ, ἀδελφοί, οὐκ ἠδυνήθην λαλῆσαι ὑμῖν ὡς πνευματικοῖς ἀλλʼ ὡς σαρκίνοις, ὡς νηπίοις ἐν Χριστῷ. γάλα ὑμᾶς ἐπότισα, οὐ βρῶμα, οὔπω…
NA, New Testament