λεηλάτησις
λεηλ-άτησις [ᾰ], εως, ἡ,
- = λεηλασία, Aen.Tact. 16.5.
λεηλά̆τησις -εως, ἡ [λεηλατέω] depredation Aen. 16.5.
λεηλάτησις, εως (ἡ) [ᾰ] c. λεηλασία, En. tact. Pol. 16, 3.
Étym. λεηλατέω.
λεηλάτησις, ἡ, das Beutemachen, Plündern, Aen.Tact. 16.