λειεντερικός
λειεντερικός, affected with failure to digest
λειεντερ-ικός, ή, όν, = sq., Hp. Epid. 3.8, Ruf. ap. Orib. 5.3.4, 8.24.30, Gal. 8.389.
λειεντερικός -ή -όν [λειεντερία ] sick with lientery Hp. Epid. 3.8 Ruf. (Orib. 5.3.4, al.) etc.
λειεντερικός, ή, όν, c. le suiv. Hpc. Epid. 3, 1086 ; Ruf. p. 180 Matthäi.
λειεντερικός, = λειεντεριώδης, Medic.