λεοντοπίθηκος Save Brill-Montanari Pape λεοντοπί̆θηκος -ου, ὁ [λέων, πίθηκος] lion-ape Philostorg. H.E. 3.11 (41.3). λεοντοπίθηκος, ὁ, der Löwenaffe, Sp.