λεουργός
λεουργός, όν,
- = λεωργός, blamed as φορτικόν by Poll. 3.134, quoting X. (Mem. 1.3.9, where λεωργότατον is now read).
λεουργός v.l. Xen. Mem. 1.3.9 (Poll. 3.134), see λεωργός.
λεουργός, = λεωργός, Poll. 3.134.