Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοίπημα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοιδορητικός
λοιδορία
λοιδορικός
λοιδορισμός
λοιδοριστής
λοίδορος
λοιδόρως
λοίθον
λοιμεύομαι
λοίμη
λοιμία
λοιμίη
λοιμικός
λοιμικῶς
λοίμιος
λοιμοποιός
λοιμός
λοιμότης
λοιμοφόρος
λοιμώδης
λοιμώσσω
λοιμώττω
λοιπαδάριον
λοιπαδάριος
λοιπάδιος
λοίπαδος
λοιπάζομαι
λοιπάζω
λοιπάς
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
λοιπός
λοισθεύς
λοισθήϊος
λοίσθημα
λοίσθιος
λοῖσθος
λοίσθων
λοίσθωνας
λοιτεύω
λοίτη
λόκαλος
λόκη
λόκκη
λοκός
Λοκρικός
Λοκρῖνος
Λοκρίς
Λόκρισσα
Λοκριστί
Λοκροί
Λοκρός
λολλα
Λολλιανός
Λόλλιος
λολλοῦν
λολλώ
λόμβαι
…
λοίπημα
Save
LSJ
λοίπ-ημα, ατος, τό,
= λοιπάς,
PTeb.
281.24 (ii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}