Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοιδορισμός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοέω
Λοθρόνος
λοίαξ
λοιβά
λοιβαῖος
λοιβάομαι
λοιβάσιον
λοιβάω
λοιβεῖον
λοιβή
λοιβίς
λοιγαῖος
λοιγέω
λοιγήεις
λοιγής
λοίγιος
λοιγίστρια
λοιγολαμπής
λοιγός
λοιγωντίαν
λοιγωπός
λοιδορέω
λοιδόρημα
λοιδορημάτιον
λοιδόρησις
λοιδορησμός
λοιδορητέον
λοιδορητικός
λοιδορία
λοιδορικός
λοιδορισμός
λοιδοριστής
λοίδορος
λοιδόρως
λοίθον
λοιμεύομαι
λοίμη
λοιμία
λοιμίη
λοιμικός
λοιμικῶς
λοίμιος
λοιμοποιός
λοιμός
λοιμότης
λοιμοφόρος
λοιμώδης
λοιμώσσω
λοιμώττω
λοιπαδάριον
λοιπαδάριος
λοιπάδιος
λοίπαδος
λοιπάζομαι
λοιπάζω
λοιπάς
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
…
λοιδορισμός
Save
Pape
λοιδορισμός
, ὁ,
f.l.
für λοιδορησμός, Thom.Mag.; vgl. Lobeck
zu Phryn
. 511.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}