λυμαντικός
λυμαντικός, ruinous
λῡμαντικός -ή -όν [λυμαίνω] that ruin or destroys or corrupts τινος sthg. Phil.2 Praem. 131 Arr. EpictD. 3.7.20 Geop. 14.16.4 etc.
λυμαντικός, ή, όν [ῡ] c. λυμαντήριος, Arr. Epict. 3, 7, 20.
λυμαντικός, [ῡ], = λυμαντήριος, τινός, Arr. Epict. 3.7.20.