Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυμηρός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λύκων
Λύκων πόλις
Λυκώνη
Λυκώπας
Λυκωπεύς
Λυκώπης
Λυκωπίτας
Λύκωπος
Λυκώρεια
Λυκώρειος
Λυκωρεύς
λῦμα
λύμα
λυμαίνομαι
λυμαίνω
λύμανσις
λυμαντήρ
λυμαντήριος
λυμαντής
λυμαντικός
λυμάντωρ
λῦμαξ
λύμαξ
λῦμαρ
λύμασις
λυμάχη
λυμεών
λυμεωνεύομαι
λύμη
λύμην
λυμηρός
λυμήτης
λυμνός
λυμώδης
λύξ
Λύξης
λυπάης
λυπαλγής
λυπέω
λύπη
λύπημα
λυπηρός
λυπηρῶς
λυπησίλογος
λυπησιλόγος
λυπητέον
λυπητέος
λυπητήριος
λυπητικός
λυπίπονος
λυποτόκος
λυπρόβιος
λυπρόγαιος
λυπρόγεως
λυπρός
λυπρότης
λυπρόχωρος
λυπρῶς
λυπτά
λύρα
Λύρα
…
λυμηρός
Save
Pape
λυμηρός
, [ῡ],
v.l.
bei Theocr. 10.57 für λιμηρός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}