Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μές
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μερμίθα
μέρμιθος
μερμίλλων
μέρμις
Μερμνάδαι
μέρμνος
μερμνός
Μέρμνων
μερόεις
μερόεν
Μερόη
Μερόλας
μέρομαι
Μερόπα
Μέροπες
μέροπες
Μερόπη
μεροπήϊος
μεροπηΐς
Μεροπηΐς
Μεροπίς
μεροποιός
μεροποσπόρος
μέρος
Μερούλλας
μέροψ
Μέροψ
μέρτρυξ
Μέρυλλος
μερύτης
μές
μεσάβοιον
μέσαβον
μεσαβόω
μεσάγκεια
μέσαγκτος
μεσάγκυλον
μεσάγκων
μεσάγκωνες
μεσάγριος
μεσάγροικος
μεσάδιος
μεσάζω
μεσαίγεως
μεσαῖον
μεσαῖος
μεσαιπόλιος
μεσαίτατος
μεσαίτερος
μεσαίχμιον
μέσακλον
μεσακόθεν
μεσάκτιος
μέσακτος
Μεσάλας
μεσαμβρ
μεσαμβρίη
Μεσαμβρίη
μεσαμβρινός
μεσαμέριος
μεσάντιον
…
μές
Save
LSJ
μές, Dor. for
μέν,
Greg.Cor. p.364
S.
(perh. meaning the verbal endings -μες, -μεν).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}