μέρος
μέρος, μέρος, share, portion; part; one's turn
- share, portion, Pi. O. 8.77, Hdt. 1.145, Berl.Sitzb. 1927.167 (Cyrene), etc.; μέρος ἔχοντα Μουσᾶν B. 3.71; ἔχει δόμων μ. E. Ph. 483; κτεάνων μ. A. Ag. 1574 (anap.); συμβαλέσθαι τὸ μ. D. 41.11; τὰ μ. τινῶν κομίζεσθαι ibid.; λαβεῖν τῆς μεθόδου τὸ μ. Arist. Pol. 1295a3; of work put out to contract, allotment, IG 2(2).463.7, 26.
- 2 heritage, lot, destiny, μεθέξειν τάφου μ. A. Ag. 507; ἔχετον κοινοῦ θανάτου μ. S. Ant. 147 (anap.); τοῦτο γὰρ . . σπάνιον μ. is a rare portion, E. Alc. 474 (lyr.); ἀπὸ μέρους προτιμᾶσθαι from considerations of rank or family, Th. 2.37.
- II oneʼs turn, ἐπείτε αὐτῆς μ. ἐγίνετο τῆς ἀπίξιος Hdt. 3.69; μ. ἑκατέρῳ νέμειν Id. 2.173; ὅταν ἥκῃ μ. ἔργων the turn or time for . ., A. Ch. 827 (lyr.), cf. Pl. R. 540b; ἀγγέλου μ. his turn of duty as messenger, A. Ag. 291.
- 2 with Preps., ἀνὰ μέρος in turn, successively, E. Ph. 478, Arist. Pol. 1287a17; κατὰ μέρος h.Merc. 53, Th. 4.26, etc.; κατὰ μ. λέγειν severally, Pl. Tht. 157b; κατὰ μέρη ἄκουε ib. 182b; τὰ κατὰ μέρος the particulars, Phld. Sign. 23, D. 1.22; τὸ κατὰ μ. ἄστρον ib. 3.9; ἐν μέρεϊ in turn, Hdt. 1.26, al.; κλῦθί νυν ἐν μ., ἀντάκουσον ἐν μ., A. Ch. 332 (lyr.), Eu. 198; by turns, in succession, Id. Ag. 332, 1192, Th. 8.93; ἐν μ. καὶ ἐφεξῆς Pl. Lg. 819b; ἐν τῷ μέρει in oneʼs turn, Hdt. 5.70, E. Or. 452, Ar. Ra. 32, 497, Pl. Grg. 462a; ἐν τῷ μ. καὶ παρὰ τὸ μ. in and out of turn, X. An. 7.6.36; παρὰ μέρος in turn, by turns, ἄρχειν Plu. Fab. 10, cf. Ant.Lib. 30.1, Nicom. Ar. 1.8.10, Iamb. in Nic. p.33 P.; [ἡ ψυχὴ] παρὰ μ. ἐν τῇ γενέσει γίνεται καὶ ἐν τοῖς θεοῖς ἐστιν Procl. Inst. 206 (but also, partially, Alciphr. 3.66).
- III the part one takes in a thing, μέτεστι χὑμῖν τῶν πεπραγμένων μ. E. IT 1299; ὑμέτερον μ. [ἐστί] c. inf., Pl. La. 180a.
- 2 freq. in periphrases, τοὐμὸν μέρος, τὸ σὸν μ., my or thy part, i.e. simply I or me, thou or thee, ὅσον τὸ σὸν μ. S. OT 1509, cf. Ant. 1062, Pl. Cri. 45d: abs. as Adv., τοὐμὸν μ. as to me, οὐ καμῇ τοὐμὸν μ. S. Tr. 1215, cf. E. Heracl. 678; τὸ σὸν μέρος as to thee, S. OC 1366; τοὐκείνου μ. E. Hec. 989: rarely, κατὰ τὸ σὸν μ. Pl. Ep. 328e.
- IV part, opp. the whole, ὡρέων τρίτατον μ. h.Cer. 399, etc.; τρίτον κασιγνητᾶν μ., i. e. one of three sisters, Pi. P. 12.11; μέρει τινὶ τῶν βαρβάρων Th. 1.1; τὰ δύο μ. two-thirds, ib. 104, Aeschin. 3.143, D. 59.101; τρία μέρη . ., τὸ δὲ τέταρτον Nic.Dam. 130.17 J.; οὐδὲν ἂν μέρος οὖσαι φανεῖεν τῶν . . no fraction of . ., i. e. infinitesimal compared with . ., Isoc. 5.43, cf. 12.54; ὅσα ἄλλα μ. ἐντὸς τοῦ Ἴστρου parts of the country, regions, Th. 2.96, cf. 4.98; ξυγκαταδουλοῦν . . τὸ τῆς θαλάσσης μ., i. e. the sea as their part of the business, Id. 8.46: hence, branch, business, matter, Men. Epit. 17, Pk. 107, Plb. 1.4.2, 1.20.8, al., PRyl. 127 (i A.D.); τὰ τοῦ σώματος μέλη καὶ μ. Pl. Lg. 795e; division of an army, X. An. 6.4.23, etc.; class or party, Th. 2.37, D. 18.292; of the factions in the circus, πρασίνων μ. POxy. 145.2 (vi A.D.); party in a contract or lawsuit, BGU 168.24 (ii A.D.), PRein. 44.34 (ii A.D.); caste, Str. 15.1.39:—special uses, in Geom., direction, ἐπὶ θάτερον μ. interpol. in Archim. Aequil. 1.13, cf. Euc. 1.27, al.: Arith., submultiple, Id. 7 Def. 3, 4; τὰ μ. the denominators of fractions, Hero *Stereom. 2.14: Gramm., μ. τῆς λέξεως part of speech, Arist. Po. 1456b20, D.H. Comp. 2: more freq. μ. λόγου D.T. 634.4, A.D. Pron. 4.6, al.; μ. λόγου, also, = word, S.E. M. 1.159, Heph. 1.4 (v. λόγος IX 3 c); section of a document, Mitteis Chr. 28.30 (iii B. C.), etc.
- 2 abs. as Adv., μέρος τι in part, Th. 4.30, etc.; μέρος μέν τι . ., μέρος δέ τι . . X. Eq. 1.12; τὸ πλεῖστον μ. for the most part, D.S. 22.10.
- b with Preps., κατά τι μέρος Pl. Lg. 757e; κατὰ τὸ πολὺ μ. Id. Ti. 86d; ἐκ μέρους in part, γινώσκομεν 1 Ep.Cor. 13.9 (but ἐκ μ. τινός by the side of, LXX 1 Ki. 6.8; ἐκ μ. τῶν ὁρίων ib. Nu. 20.16; ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους ib. 8.2); ἐκ τοῦ πλείστου μ. for the most part, Hdn. 8.2.4; ἀπὸ μέρους in part, Antip.Stoic. 3.249, BGU 1201.15 (i A.D.), 2 Ep.Cor. 2.5; ἐπὶ μέρους Luc. Bis Acc. 2; τὰς ἐπὶ μέρους γράφειν πράξεις special histories, Plb. 7.7.6; αἱ ἐπὶ μ. συντάξεις Id. 3.32.10; πρὸς μέρος in proportion, Th. 6.22, D. 36.32.
- 3 ἐν μέρει τινὸς τιθέναι, etc., to put in the class of . ., consider as so and so, εἰ ἐν ἀρετῆς τιθεῖς μέρει τὴν ἀδικίαν Pl. R. 348e; οὐ τίθημʼ ἐν ἀδικήματος μ. D. 23.148; also ἐν τεκμηρίου μ. ποιεῖσθαι τἀδίκημα Id. 44.50; ἐν οὐδενὸς εἶναι μ. to be as no one, Id. 2.18; μήτʼ ἐν ἀνθρώπου μ. μήτʼ ἐν θεοῦ ζῆν Alex. 240.2; ἐν προσθήκης μ. as an appendage, D. 11.8; ἐν ὑπηρέτου καὶ προσθήκης μ. γίγνεσθαι Id. 3.31; ἐν χάριτος μ. Id. 21.165; τοῦτʼ ἐν εὐεργεσίας ἀριθμήσει μ. ib. 166; ἐν ἰδιώτου μ. διαγαγεῖν Isoc. 9.24; ὡς ἐν παιδιᾶς μ. Pl. R. 424d; also εἰς εὐεργεσίας μέρος καταθέσθαι D. 23.17.
- 4 in local sense, district, POxy. 2113.25 (iv A.D.).
- 5 in Neo-Platonism, by way of species or element, ἐν μέρει καὶ ὡς στοιχεῖον Dam. Pr. 193; οὕτω ὁ μέγας Ἰάμβλιχος ἐνόησεν τὸ ἓν ὂν ἐν μέρει ἑκάτερον ib. 176; πάντα μὲν ἅμα, ἐν μέρει δὲ ἕκαστον Plot. 3.6.18.
1. deel:
2. klasse, categorie:
3. taak, plicht:
4. beurt:
5. adv. met prep.:
1) Teil, Anteil, so Viel von einer Sache auf den Einzelnen kommt ; Pind. P. 12.11 u. öfter ; ἤδη με γηραιὸν μέρος ἁλικίας ἀμφιπολεῖ, P. 4.157 ; μεθέξειν φίλτατον τάφου μέρος, Aesch. Ag. 493 (vgl. μετέχειν τὸ μέρος τῶν δεινῶν ὥσπερ τῶν ἀγαθῶν μετέχουσιν, Lys. 31.5 ; κάλλους γὰρ πλεῖστον μέρος μετέσχεν, Isocr. 10.54); εἰς ἡμέρας μέρος βραχὺ δός μοι σεαυτόν, Soph. Phil. 83 ; εἰ δείματός γʼ ἔχει μέρος, wer dieser Furcht teilhaftig, O.R. 294 ; ἔχετον κοινοῦ θανάτου μέρος ἄμφω, Ant. 147 ; ἕως φροντίδος λάβῃ μέρος, Tr. 148 ; τὸ ἐμὸν οἴχεται βίου τὸ πλέον μέρος ἐν στοναχῇσι, Eur. Or. 203 ; παγκληρίας μέρος κατασχεῖν, Suppl. 15 ; μέτεστιν ὑμῖν τῶν πεπραγμένων μέρος, I.T. 1299 ; μέχρι τρίτου μέρους ὥρας, Plat. Legg. VI.784a, öfter, wie bei den Folgdn, der Teil im Ggstz des Ganzen, τοῦ ναυτικοῦ μέγα μέρος, u. ä. Thuc. τοῦ ποταμοῦ κρατοῦντες καὶ τῆς μέμφιδος τῶν δύο μερῶν, πρὸς τὸ τρίτον μέρος ἐπολέμουν, 1.104, da sie zwei Drittel von Memphis in ihrer Gewalt hatten ; (u. so sind immer τὰ πέντε μέρη fünf Sechstel, τὰ ὀκτὼ μέρη acht Neuntel usw.); μέρος τι, zum Teil, 4.30 ; κατά τι μέρος, Plat. Legg. VI.757d ; κατὰ τὸ πολὺ μέρος, größtenteils, Tim. 86d.
2) die Teilnahme an Etwas, Gemeinschaft mit Anderen ; μέρος ἑκατέρῳ νέμω, jedem seine Rolle anweisen, Her. 2.173 ; τὰ δʼ ἄλλα πράξω κοὐ καμεῖ τοὐμὸν μέρος, Soph. Tr. 1215, d.h. ich für meinen Teil werde nicht ermüden ; dah. die Reihe, die jeden trifft, ἐπεί τε αὐτῆς μέρος ἐγίνετο τῆς ἀπίξιος παρὰ τὸν μάγον, da sie die Reihe traf, Her. 3.69 ; κατὰ μέρος, der Reihe nach, abwechselnd, H.h. Merc. 53 ; πάντων ἐρήμους πλὴν ὅσον τὸ σὸν μέρος, so Viel auf dich kommt, so Viel an dir liegt, Soph. O.R. 1509 u. öfter ; – τὸ σὸν μέρος, Soph. Ant. 1049 ; Eur. Rhes. 405 ; τοὐμὸν μέρος, Heracl. 678 ; τὸ αὑτοῦ μέρος, Plat. Phaedr. 256a ; τὸ σὸν μέρος, ὅ τι ἂν τύχωσι, τοῦτο πράξουσι, Crit. 45d ; auch κατὰ τὸ σὸν μέρος, u. μέρος ὅσον ἐπὶ σοὶ γέγονε, Ep. VII.328e ; ἤδη ὑμέτερον μέρος συμβουλεύειν, es ist eure Rolle, Sache, Lach. 180a ; ἐγὼ ἐρῶ ἐν τῷ σῷ μέρει – σὺ δʼ ἐν τῷ ἐμῷ, »an deiner, meiner Stelle«, Symp. 185d ; ἐν μέρει, der Reihe nach, Einer nach dem Andern, κλῦθί νυν, ὦ πάτερ, ἐν μέρει, πολυδάκρυτα πένθη, Aesch. Ch. 329 ; ἀντάκουσον ἐν μέρει, Eum. 189 ; ἔπος δʼ ἀμείβου πρὸς ἔπος ἐν μέρει τιθείς, 556 ; ἀκούσας σοῦ τε τῆσδέ τʼ ἐν μέρει, Eur. Hec. 1130 ; in Prosa, κατὰ ἔθνεα κεκοσμημένοι ἐν μέρει ἐμάχοντο, Her. 7.212, vgl. 1.26 ; λέγοντάς τε καὶ ἀκούοντας ἐν μέρει, Plat. Prot. 347d ; ἐν τῷ μέρει ἐρωτῶν τε καὶ ἐρωτώμενος, Gorg. 462e ; auch bei Folgdn ; oft mit ἕκαστος verbunden, ἕκαστον ἐν μέρει λόγον περὶ Ἔρωτος εἰπεῖν, jeder, an den die Reihe komme, Alle der Reihe nach sollten sprechen, Plat. Symp. 214b ; Xen. πολλὰ κινδυνεύσαντα καὶ ἐν τῷ μέρει καὶ παρὰ τὸ μέρος, wenn die Reihe an ihn kam, so Viel auf seinen Anteil kam, u. außer der Reihe, außer dem, wozu er verpflichtet war, An. 7.6.36 ; vgl. Arr. An. 3.26.8 ; ἐν μέρει καὶ αὐτός, ich meinerseits wieder, Luc. Nigr. 3.
3) Anders sind die Verbindungen, wo ἐν μέρει eigtl. »in der Klasse, Abteilung« bedeutet u. im Deutschen oft durch »als«, »für« zu übersetzen ist, οὐκ ἀποδεχόμενοι ὡς ἐν οὐσίας μέρει, Plat. Theaet. 155e ; εἰ ἐν ἀρετῆς καὶ σοφίας τίθης μέρει τὴν ἀδικίαν, wenn du die Ungerechtigkeit zu der Tugend u. Weisheit rechnest, sie als Tugend ansiehst oder gelten läßt, Rep. I.348e ; ὡς ἐν παιδιᾶς γε μέρει, IV.424d ; ἐν σκώμματος μέρει παραφέρει ἑαυτόν, Aesch. 1.125, zum Spott ; ἐν προσθήκης μέρει, Dem. 2.14, wie ein Anhang, verachtet ; ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει, für Nichts gelten, ib. 18 ; εἰς εὐεργεσίας μέρος καταθέσθαι, 23.17, als Wohltat anrechnen ; οὐ δίκαιόν ἐστιν ἐν τεκμηρίου μέρει ποιεῖσθαι τἀδίκημα, 44.50 ; ἀγγέλου μέρος, das Botenamt, Aesch. Ag. 282 ; Thuc. 2.37 sagt von der Demokratie, daß in ihr, ὡς ἕκαστος ἔντῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους (nicht weil er von einer bestimmten, bevorrechteten Klasse ist) τὸ πλεῖον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπʼ ἀρετῆς προτιμᾶται. – Κατὰ μέρος, einzeln, Plat. Theaet. 157b, Soph. 246c, wie κατὰ μέρη οὖν ἄκουε Theaet. 182b.
- 1part, portion ἔστι δὲ καί τι θανόντεσσιν μέρος κὰν νόμον ἐρδόμενον (ἐρδομένων coni. Er. Schmid: “ihren Anteil, der nach dem Herkommen geopfert wird”, Wil.) O. 8.77 ἐν παισὶ νέοισι παῖς ἐν ἀνδράσιν ἀνήρ, τρίτον ἐν παλαιτέροισι, μέρος ἕκαστον οἷον ἔχομεν βρότεον ἔθνος N. 3.73 c. gen., τὸν μὲν ὀξείαισι θύγατρες ἐρήμωσαν πάθαις εὐφροσύνας μέρος P. 3.98 “ἀλλʼ ἤδη με γηραιὸν μέρος ἁλικίας ἀμφιπολεῖ” P. 4.157 c. ordinal adj., παισὶ τούτοις ὄγδοον θάλλει μέρος Ἀρκεσίλας as eighth in line P. 4.65 Περσεὺς ὁπότε τρίτον ἄυσεν κασιγνητᾶν μέρος ἐνναλίᾳ Σερίφῳ λαοῖσί τε μοῖραν ἄγων i. e. Medusa, one of the three Gorgon sisters P. 12.11 ὃς ἀναίνετο αὐταρχεῖν πολίων δʼ ἑκατὸν πεδέχειν μέρος ἕβδομον Πασιφάας <σὺν> υἱοῖσι Pae. 4.38 [ἐξοπίσω μέρος ἔσσεσθαι (γέρας v. l.) O. 7.68]
Strong 3313
1. a part, share, portion: Jo 13:8, Ac 19:27 (Page, in l.), Re 20:6 22:19; hence (cl.), lot, destiny, Mt 24:51, Lk 12:46, Re 21:8.
2. a part as opp. to the whole: Lk 11:36, Jo 19:23, Ac 5:2 23:6, Eph 4:16, Re 16:19; c. gen. (of the whole),
3. A class or category (in cl. usually ἐν μ. τιθέναι, λαβεῖν, etc.): ἐν μ., in respect of, Col 2:16; ἐν τ. μ. τούτῳ, in this respect, II Co 3:10 9:3.†
- Ia part, share, Hdt., etc.
- 2oneʼs portion, heritage, lot, Aesch.; ἀπὸ μέρους from considerations of rank, Thuc.
- IIoneʼs turn, Hdt., etc.; ἀγγέλου μ. his turn of duty as messenger, Aesch.:— ἀνὰ μέρος in turn, by turns, Eur.; so, κατὰ μέρος Thuc.; ἐν μέρει in turn, Hdt., etc.; ἐν τῷ μέρει in oneʼs turn, Hdt.; παρὰ τὸ μ. out of oneʼs turn, Xen.; πρὸς μέρος in proportion, Thuc.; τὸ μέρος in part, Hdt.
- IIIthe part one takes in a thing, or the part assigned one, τοὐμὸν μέρος, τὸ σὸν μ. my or thy part, i. e. simply I or me, thou or thee, Soph.; and absol. as adv., τοὐμὸν μ. as to me, Lat. quod ad me attinet, Soph.
- IVa part, as opp. to the whole, ἡμέρας μ. Aesch.: a division of an army, Xen.; τὰ πέντε μ. five-sixths, τὰ ὀκτὼ μ. eight-ninths, etc.
- 2ἐν μέρει τινὸς τιθέναι, ποιεῖσθαι to put in the class of . ., consider as so and so, Plat.; ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει to be as no one, Dem.; ἐν προσθήκης μέρει as an appendage, Dem.
-
…φυγῆς ἐλευθερίαν ἢ μετʼ ὀνείδους καὶ πλούτου δουλείαν τῆς πατρίδος, ἐξέλιπον ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τὴν πόλιν, ἵνʼ ἐν μέρει πρὸς ἑκατέραν ἀλλὰ μὴ πρὸς ἀμφοτέρας ἅμα τὰς δυνάμεις κινδυνεύσωσιν · ὑπεκθέμενοι δὲ παῖδας καὶ γυναῖκας καὶ μητέρας εἰς Σαλαμῖνα…
Lysias, Speeches
-
…ἐτύγχανεν, ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Μηλόβιος ἐκ τῶν ὤτων ἐξείλετο. καὶ οὐδὲ κατὰ τὸ ἐλάχιστον μέρος τῆς οὐσίας ἐλέου παρʼ αὐτῶν ἐτυγχάνομεν. ἀλλʼ οὕτως εἰς ἡμᾶς διὰ τὰ χρήματα ἐξημάρτανον, ὥσπερ ἂν ἕτεροι μεγάλων…
Lysias, Speeches
-
…τοῦτο ἵνα μὴ γένηται, ἕτερον αὐτῶν αὐτὴν ἐθέμεθα ; ναί. τί δʼ ; εἰ μὴ τὰ στοιχεῖα συλλαβῆς μέρη ἐστίν, ἔχεις ἄλλʼ ἄττα εἰπεῖν ἃ μέρη μέν ἐστι συλλαβῆς, οὐ μέντοι στοιχεῖά γʼ ἐκείνης ; οὐδαμῶς .…
Plato, Theaetetus
-
…ζημιοῦταί τε καὶ ὀνείδη ἔχει τὰ μέγιστα καὶ γὰρ ἱερόσυλοι καὶ ἀνδραποδισταὶ καὶ τοιχωρύχοι καὶ ἀποστερηταὶ καὶ κλέπται οἱ κατὰ μέρη ἀδικοῦντες τῶν τοιούτων κακουργημάτων καλοῦνται ἐπειδὰν δέ τις πρὸς τοῖς τῶν πολιτῶν χρήμασιν καὶ αὐτοὺς ἀνδραποδισάμενος δουλώσηται, ἀντὶ τούτων…
Plato, Republic
-
…μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις · ὅτʼ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν…
Plato, Protagoras
-
…οἱ ἡμέτεροι ἀδελφοὶ οἱ ἐν Ἅιδου νόμοι οὐκ εὐμενῶς σε ὑποδέξονται, εἰδότες ὅτι καὶ ἡμᾶς ἐπεχείρησας ἀπολέσαι τὸ σὸν μέρος. ἀλλὰ μή σε πείσῃ Κρίτων ποιεῖν ἃ λέγει μᾶλλον ἢ ἡμεῖς. ταῦτα, ὦ φίλε ἑταῖρε Κρίτων ,…
Plato, Crito
-
…λάθρᾳ καὶ βίᾳ ἀφαιρεῖται, καὶ ἱερὰ καὶ ὅσια καὶ ἴδια καὶ δημόσια, ἀλλὰ συλλήβδην · ὧν ἐφʼ ἑκάστῳ μέρει ὅταν τις ἀδικήσας μὴ λάθῃ, ζημιοῦταί τε καὶ ὀνείδη ἔχει τὰ μέγιστα καὶ γὰρ ἱερόσυλοι καὶ ἀνδραποδισταὶ καὶ τοιχωρύχοι…
Plato, Republic
-
…μέν, ἔφην, οὐκ ἀγνοῶ ὃ βούλει λέγειν, ἀλλὰ τόδε ἐθαύμασα, εἰ ἐν ἀρετῆς καὶ σοφίας τιθεῖς μέρει τὴν ἀδικίαν, τὴν δὲ δικαιοσύνην ἐν τοῖς ἐναντίοις. ἀλλὰ πάνυ οὕτω τίθημι. τοῦτο, ἦν δʼ ἐγώ…
Plato, Republic
-
…ἐθέμεθα ; ναί. τί δʼ ; εἰ μὴ τὰ στοιχεῖα συλλαβῆς μέρη ἐστίν, ἔχεις ἄλλʼ ἄττα εἰπεῖν ἃ μέρη μέν ἐστι συλλαβῆς, οὐ μέντοι στοιχεῖά γʼ ἐκείνης ; οὐδαμῶς. εἰ γάρ, ὦ Σώκρατες, μόριʼ ἄττʼ…
Plato, Theaetetus
-
…ἐξαπατῆσαι ἢ ψεύσασθαι, μηδʼ αὖ ὀφείλοντα ἢ θεῷ θυσίας τινὰς ἢ ἀνθρώπῳ χρήματα ἔπειτα ἐκεῖσε ἀπιέναι δεδιότα, μέγα μέρος εἰς τοῦτο ἡ τῶν χρημάτων κτῆσις συμβάλλεται. ἔχει δὲ καὶ ἄλλας χρείας πολλάς · ἀλλὰ ἕν γε ἀνθʼ ἑνὸς…
Plato, Republic