Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μερόεις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μερισμός
μεριστέον
μεριστής
μεριστικός
μεριστός
μερίστρια
μεριστῶς
μεριτεία
μεριτεύομαι
μερίτης
μεριτικός
Μερκηδῖνος
Μερκηδόνιος μήν
μερμαίρω
Μερμερίδης
μερμέριος
μέρμερος
Μέρμερος
μέρμηρα
μερμηρίζω
μερμηρικοί
μέρμιθα
μερμίθα
μέρμιθος
μερμίλλων
μέρμις
Μερμνάδαι
μέρμνος
μερμνός
Μέρμνων
μερόεις
μερόεν
Μερόη
Μερόλας
μέρομαι
Μερόπα
Μέροπες
μέροπες
Μερόπη
μεροπήϊος
μεροπηΐς
Μεροπηΐς
Μεροπίς
μεροποιός
μεροποσπόρος
μέρος
Μερούλλας
μέροψ
Μέροψ
μέρτρυξ
Μέρυλλος
μερύτης
μές
μεσάβοιον
μέσαβον
μεσαβόω
μεσάγκεια
μέσαγκτος
μεσάγκυλον
μεσάγκων
μεσάγκωνες
…
μερόεις
Save
Pape
μερόεις
, εσσα, εν, nach Hesych. = μεριστικός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}