Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαθών
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαθετάς
μάθη
μάθημα
μαθηματικεύομαι
μαθηματικός
μαθηματικῶς
μαθηματοπωλικός
μαθημοσύνη
μαθησία
μάθησις
μαθήσομαι
μαθητεία
μαθητέος
μαθητεύω
μαθητής
μαθητιάω
μαθητικεύομαι
μαθητικός
μαθητός
μαθήτρια
μαθητρίς
Μαθθαθίας
Μαθθαῖος
Μαθθάν
Μαθθάτ
Μαθθίας
μάθον
μάθος
Μαθουσάλα
μάθυιαι
μαθών
μαῖα
Μαῖα
Μαιαδεύς
Μαιάνδριος
Μαίανδρος
μαίανδρος
μαιανδρώδης
μαιάς
Μαιάς
Μαιδικός
Μαῖδοι
Μαιδοί
μαιεία
μαίευμα
μαιεύομαι
μαίευσις
μαιευτής
μαιευτικός
μαιεύτρια
μαιεύτωρ
μαιεύω
μαιήϊος
Μαιήτης
Μαιῆτις
μαιήτωρ
μαιθαῦ
Μαικήνας
Μαίκιος
μαιμάζω
μαίμακος
…
μαθών
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
μαθών,
part. ao. 2
de
μανθάνω
.
μαθών
ptc. aor.
van
μανθάνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}