μαιανδρώδης
μαιανδρώδης, winding
μαιανδρώδης, ες,
- winding, Ph. Bel. 86.5.
μαιανδρώδης, ης, ες, aux replis tortueux, sinueux, Phil. byz. Bel. p. 86.
Étym. Μαίανδρος, -ωδης.
μαιανδρώδης, ες, verschlungen, Sp.