μεγαλουργής Save Bailly 2024 Pape μεγαλουργής, v. μεγαλοεργής. μεγαλουργής, ές (s. μεγαλοεργής), Großes verrichtend, τὸ μ. = μεγαλουργία, Luc. Alex. 4, wo Jacobitz μεγαλουργός liest.