μεγαλότης
μεγᾰλότης, ητος, ἡ,
- = μέγεθος, Chrysipp.Stoic. 3.60.
μεγαλότης, ητος (ἡ) [ᾰ] grandeur, Chrysipp. (Plut. M. 441b).
Étym. μέγας.
μεγαλότης, ητος, ἡ, = μέγεθος, Chrysipp. bei Plut. de virt. mor. 2.