μειλικτήριος
μειλικτήριος, able to soothe
μειλικ-τήριος, ον,
- able to soothe, εὐχαί Suid. s.v. Ποντίφιξ: Subst. μειλικτήρια (sc. ἱερά), τά, propitiations, νεκροῖσι A. Pers. 610; cf. μείλιγμα I.2.
μειλικτήριος, zum Versöhnen, Beruhigen geeignet, τὰ μειλικτήρια, Sühnopfer, φέρουσα νεκροῖσι, Aesch. Pers. 602.
μειλικτήριος, ον
μειλίσσω
- able to soothe: μειλικτήρια (sc. ἱερά), τά, propitiations, Aesch.