μείλινος
μείλῐνος, η, ον, Ep. for μέλινος (q.v.).
1 μείλινος, η, ον [ῐ] épq. c. μέλινος, Il. 5, 655, 666.
2 μείλινος, ος, ον, c. μείλιχος, Eur. I.A. 234.
μείλινος, poet. statt μέλινος, von Eschenholz, eschen, ἔγχος, δόρυ, Il.
μείλινος ², = μείλιχος, ἁδονά, Eur. I.A. 234, zw.
μείλινος
See μέλινος.
μείλινος : see μέλινος.