μεταγραφικός
μεταγραφικός, of or for transcription
μεταγρᾰφ-ικός, ή, όν,
- of or for transcription, Tz.ad Hes. Op. 694.
μεταγραφικός, ή, όν, zum Abschreiben gehörig, Sp.
μεταγραφικός, of or for transcription