μεταβούλευμα
μεταβούλευμα, change of plan
μεταβούλ-ευμα, ατος, τό,
- change of plan, Sm. Jb. 21.2.
μεταβούλευμα, ατος (τὸ) changement de détermination, Symm. Job 21, 2.
Étym. μεταβουλεύω.
μεταβούλευμα, τό, der geänderte Beschluß, Sp.