Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταμελλησμός
μεταμελλησμός, cunctatio
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταλλικός
μετάλλιον
μεταλλίτης
μεταλλῖτις
μεταλλοιόω
μεταλλοίωσις
μέταλλον
Μέταλλον
μεταλλουργεῖον
μεταλλουργέω
μεταλλουργός
μεταλλόχρυσος
μετάλμενος
μεταλογίζομαι
μεταλόγιον
μεταλωφάω
μεταλωφέω
μεταμάζιος
μεταμάθησις
μεταμαίομαι
μεταμανθάνω
μεταμείβω
μετάμειψις
μεταμέλει
μεταμέλεια
μεταμελέομαι
μεταμελέτη
μεταμελητικός
μεταμελητός
μεταμελίη
μεταμελλησμός
μεταμέλομαι
μετάμελος
μεταμέλπομαι
μεταμέλω
μεταμεμελημένως
μεταμήθεια
μεταμίγνυμι
μεταμίξ
μετάμιξις
μεταμίσγω
μεταμισθόω
μεταμορφόω
μεταμόρφωσις
μεταμόσχευσις
μεταμοσχεύω
μεταμπέχω
μεταμπίσχω
μεταμυθεύομαι
μεταμύνω
μεταμφιάζω
μεταμφιέζω
μεταμφιέννυμι
μεταμώλιος
μεταμώνιος
μεταναγιγνώσκομαι
μεταναγιγνώσκω
μεταναιετάω
μεταναιέτης
μεταναπείθω
μεταναστάσιος
…
μεταμελλησμός
Save
μεταμελλησμός, cunctatio
LSJ
μεταμελλησμός, ὁ, =
cunctatio,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}