Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταφυτευτέος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταύριον
Μέταυρος
μεταυτίκα
μεταῦτις
μέταυτος
μεταυχένιος
μεταφέρω
μεταφέψω
μετάφημι
μεταφημίζω
μεταφοιτάω
μεταφοίτησις
μεταφορά
μεταφορέω
μεταφορητός
μεταφορίζω
μεταφορικός
μεταφορικῶς
μεταφράζομαι
μεταφράζω
μετάφρασις
μεταφραστής
μεταφραστικός
μετάφρενον
μεταφρίσσω
μεταφρονέω
μεταφύομαι
μεταφυτεία
μεταφύτευσις
μεταφυτευτέον
μεταφυτευτέος
μεταφυτεύω
μεταφύω
μεταφωνέω
μεταφωτίζομαι
μεταφωτίζω
μεταχάζομαι
μεταχάλκευσις
μεταχαλκεύω
μεταχαρακτηρίζω
μεταχαρακτηρισμός
μεταχάραξις
μεταχαράσσω
μεταχάσκω
μεταχειμάζω
μεταχείμασις
μεταχειρέομαι
μεταχείρημα
μεταχείρησις
μεταχειρίζω
μεταχείριος
μεταχείρισις
μεταχειρισμός
μεταχειριστέον
μεταχειριστέος
μεταχειριστικός
μεταχειρόω
μεταχεύομαι
μεταχεύω
μεταχέω
μεταχηματισμός
…
μεταφυτευτέος
Save
Bailly 2024
μεταφυτευτέος,
α, ον
[
ῠ
]
vb. de
μεταφυτεύω,
Geop.
5, 13
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}