μεταφύω
μεταφύω, (φύω), wohl nur im med. u. in den intrans. tempp.,
1) nachher wachsen, entstehen, Hippocr.
2) umwachsen, sich umgestalten, oder umgeschaffen werden, μεταφῦναι = μεταπλασθῆναι, VLL ; τῶν γενομένων ἀνδρῶν ὅσοι δειλοὶ γυναῖκες μετεφύοντο ἐν τῇ δευτέρᾳ γενέσει, Plat. Tim. 90e.
1) nachher wachsen, entstehen, Hippocr.
2) umwachsen, sich umgestalten, oder umgeschaffen werden, μεταφῦναι = μεταπλασθῆναι, VLL ; τῶν γενομένων ἀνδρῶν ὅσοι δειλοὶ γυναῖκες μετεφύοντο ἐν τῇ δευτέρᾳ γενέσει, Plat. Tim. 90e.